Τι εννοούσαν οι αρχαίοι Έλληνες όταν έλεγαν “Πας μη Έλλην Βάρβαρος”

Της Φιλολόγου Ελένης Ζήτη – Δημοσιογραφική επιμέλεια: N. Μπίσκα
Από το αρχείο των εκπομπών «Ελληνική Αγωγή», Antenna
«Αρχή παιδεύσεως η των ονομάτων επίσκεψις» (Αντισθένης, 445-360 π.Χ., Κυνικός φιλόσοφος)
The investigation of the meaning of words is the beginning of education (Antisthenes)
Η λέξη βάρβαρος είναι πανάρχαια ελληνική. Στον Όμηρο δεν συναντάμε τον τύπο «βάρβαρος», αλλά «βαρβαρόφωνος». Λέξη που σημαίνει όχι αυτόν που δεν ομιλεί ελληνικά αλλά αυτόν που έχει τραχεία και αντιπαθητική φωνή (προφορά). Η πιο επικρατούσα άποψη δέχεται πως η λέξη «βάρβαρος» προέρχεται από την επανάληψη της συλλαβής «βαρ». Με αυτήν την επανάληψη, δηλαδή «βαρ» – «βαρ», οι Έλληνες προσπαθούσαν να μιμηθούν την βαρειά, τραχεία φωνή και τον άξεστο λόγο συνήθως των μη Ελλήνων. Αυτών δηλαδή που δεν μπορούσαν να προφέρουν γλυκά και σωστά σύμφωνα με τους ελληνικούς κανόνες πολλούς φθόγγους.
ΒAΡΒΑΡΟΣ εκ του βαρ – βαρ = μίμηση της βαρειάς φωνής και του άξεστου λόγου των μη Ελλήνων.

Δείτε ότι ακόμη και η λέξη βάρβαρος, βαρ – βαρ έγινε bar – bar, barbarus στις υπόλοιπες γλώσσες. Επομένως, η λέξη αυτή ξεκίνησε να σημαίνει καθέναν που δεν μπορούσε να προφέρει καλά τα ελληνικά.
Βάρβαρος>Λατ. Barbarus>Barbaricum
Εσήμαινε δηλαδή αυτόν που η γλώσσατου δεν ήταν μελωδική και ρέουσα, αλλά τραχεία και κακόηχη. Επειδή τέτοιου είδους προφορά είχαν κυρίως οι ξένοι λαοί, επικράτησε πολύ αργότερα να σημαίνει αυτόν ο οποίος δεν ομιλεί σωστά τα ελληνικά και δεν φέρει στον λόγο του την μελωδία της ελληνικής γλώσσης. Επομένως, σήμαινε και αυτόν που δεν είναι Έλληνας, δηλαδή είναι ξένος και αλλόγλωσσος. Άρα η λέξη «βάρβαρος» δεν ξεκίνησε να έχει φυλετική σημασία και να διακρίνει τους Έλληνες από τους μη Έλληνες. Αρχικώς είχε την έννοια της πολιτιστικής σημασίας. Η λέξη μπορούσε κάλλιστα να χρησιμοποιηθεί για τους μη πεπαιδευμένους και τους μη μορφωμένους. Πολύ αργότερα την εποχή του Θουκυδίδου, δηλαδή από τα μέσα του τετάρτου αιώνα π.Χ., η λέξη “βάρβαρος αποκτά και εθνολογική σημασία δηλαδή σημαίνει τον ξένο τον “αλλοδαπό”, τον “αλλόφυλο”.
Αυτή η σημασία δημιουργείται μετά τους Περσικούς πολέμους όταν οι Πέρσες χαρακτηρίζονται «ως βάρβαροι». Έτσι, η λέξη αποκτά και την περιφρονητική σημασία και του ανελεύθερου, του δούλου, του αγροίκου, του απολίτιστου, αυτού που δεν έχει καμμία πολιτική παιδεία, που υποτάσσεται στον ηγεμόνα- κάτι το οποίο ήταν εντελώς αντίθετο προς την ελευθερία των Ελλήνων.
Αργότερα την λέξη βάρβαρος υιοθέτησαν και οι Ρωμαίοι και με αυτόν τον όρο εννοούσαν κάθε ξένο o οποίος ήταν αμέτοχος του Ελληνορωμαϊκού πολιτισμού και βίου. Από το ελληνικό «βάρβαρος» περνάμε στο λατινικό «barbarus». «Barbaricum», πάλι στα λατινικά, είναι η πολεμική κραυγή και επειδή αυτή είχε σχέση με δυνατούς και γενναίους άντρες οι οποίοι δεν δίσταζαν να ριψοκινδυνέψουν, τελικά σε όλες τις λατινογενείς γλώσσες η λέξη «βάρβαρος» απέκτησε την έννοια του γενναίου.
Βάρβαρος>Λατ. Barbarus>Γαλλ. Brave = γενναίος>Αγγλ. Brave>Iταλ. Bravo>Ισπαν. Bravo>Γερμ. Brav
Στα γαλλικά και στα αγγλικά «brave» είναι ο «γενναίος» όπως «bravo» στα ιταλικά και ισπανικά και «brav» στα γερμανικά. Επομένως, και οι λαοί τους οποίους και οι ίδιοι οι Λατίνοι αποκαλούσαν «βαρβάρους», όπως ήταν οι Γάλλοι Γαλάτες, οι Άγγλοι, οι Γερμανοί, χρησιμοποίησαν αυτήν την λέξη για να εκφράσουν κάτι θετικό: “τη γενναιότητα”.
Από εδώ προέρχεται και το αντιδάνειο στα ελληνικά «μπράβος», δηλαδή ο σωματοφύλακας, ο οποίος θα πρέπει να είναι δυνατός, γενναίος και ριψοκίνδυνος. Ακόμη και το αντιδάνειο «μπράβο» προέρχεται από αντιδάνειο εκ των ιταλικών. «Μπράβος» όπως αναφέραμε προηγουμένως είναι ο γενναίος στα ιταλικά. Αποκαλώντας επομένως οι Ιταλοί κάποιον «μπράβο», εννοούν ότι είναι γενναίος και στην κυριολεξία σημαίνει «γενναίε». Από εδώ και το ελληνικό «μπράβο» που σημαίνει «εύγε», «ωραία», «έξοχα».
Για να επανέλθουμε στην αρχική σημασία της λέξεως «βάρβαρος», θα πρέπει να τονίσουμε ότι πρωταρχικώς η λέξη είχε την έννοια αυτού που δεν ομιλεί την Eλληνική γλώσσα και μάλιστα δεν την ομιλεί σωστά. Επομένως, όλοι οι ξένοι λαοί ήταν για τους Έλληνες «βάρβαροι» χωρίς αυτό να κρύβει κάποιου είδους ρατσισμoύ. Πρόκειται απλώς για μία διαπίστωση. Αυτήν την έννοια έχει και το ρητό «Πας μη Έλλην Βάρβαρος», δηλαδή, καθένας που δεν είναι Έλλην στην καταγωγή είναι «βάρβαρος». Είναι αυτός που δεν μπορεί να ομιλήσει σωστά την Eλληνική γλώσσα.
Είναι όμως εύκολο, με τα όσα αναφέραμε ως τώρα, για την ετυμολογία του ονόματος «βάρβαρος»να γεννηθεί η απορία αν το κύριο Eλληνικό όνομα «Βαρβάρα» και στα αγγλικά «Barbara» προέρχονται από το επίθετο βάρβαρος. Την απάντηση θα την βρούμε και πάλι στον Όμηρο. Συγκεκριμένα στην ραψωδία Ζ’ της Ιλιάδος και στον στίχο 22 διαβάζουμε:
«Νηίς Αβαρβαρέη» = «ναϊάς Αβαρβαρέα» Ιλ. Ζ 22
«Αβαρβαρέα» ή «Αβαρβαρέη» ήταν το πανάρχαιο όνομα αυτής της Ναϊάδος, της Νύμφης. Από το όνομα «Αβαρβαρέη», προέρχεται το όνομα «Βαρβάρα». Ο Όμηρος αφηγείται τον έρωτά της με τον Βουκολίωνα, τον εγγονό του ιδρυτού της Τροίας. Το όνομα της ναϊάδος Αβαρβαρέας, προέρχεται από το «α» το στερητικό και την λέξη «βάρβαρος». Είναι αυτή δηλαδή που δεν είναι βάρβαρη, επομένως είναι Ελληνίδα, ομιλεί τέλεια την Ελληνική γλώσσα.
Ποιες όμως ήταν οι Ναϊάδες και τι αντιπροσώπευαν στην Ελληνική μυθολογία;
Ηταν ένα είδος νυμφών που είχαν σχέση με την προστασία και την λατρεία των υδάτων. Όμως οι Ναϊάδες ήταν Νύμφες των γλυκέων υδάτων δηλαδή των πηγών, των λιμνών, των ποταμών, ακόμα και των κρηνών, των βρυσών δηλαδή.. Ενώ οι Νύμφες ήταν προστάτισσες των νερών αλλά της θαλάσσης, δηλαδή του αλμυρού νερού.
Πατέρας των Ναϊάδων όπως μας εξιστορεί ο Όμηρος, ήταν ο ίδιος ο Δίας, αφού είναι ο θεός των νερών που ρίχνουν την βροχή στην γη ώστε να γεμίζουν τα ποτάμια και οι λίμνες με πόσιμο νερό. Την συγγένεια με το νερό υποδηλώνει και το ίδιο το όνομά τους.
«Ναϊάς» εκ του ρήματος νάω = ρέω, κυλάω
Πρβλ: νάμα = το νερό της πηγής, η πηγή
Υπενθυμίζουμε ότι «νάμα» στο εκκλησιαστικό λεξιλόγιο είναι ο οίνος με τον οποίο παρασκευάζεται η θεία λειτουργία.
Gioacchino Pagliei - The Naiads, 1881

Gioacchino Pagliei – The Naiads, 1881

Οι Ναϊάδες κατά την αρχαιότητα υπήρξαν πνεύματα αγαθοεργά που ζωογονούσαν με την δροσιά των υδάτων, ζώα, ανθρώπους και φυτά. Οι πρόγονοί μας απέδιδαν σε αυτές δυνάμεις ιαματικές καθώς και μαντικές ιδιότητες, οι οποίες είχαν πάντοτε σχέση με το νερό. Επρόκειτο για νέες όμορφες κοπέλες οι οποίες αγαπούσαν πολύ το νερό και δεν δίσταζαν να συνευρεθούν ερωτικώς τόσο με θεούς όσο και με θνητούς. Από αυτήν την ένωση προέκυπταν συνήθως ημίθεοι και ήρωες. Στο δυτικό λεξιλόγιο η λέξη Ναϊάς έχει διατηρηθεί σχεδόν αυτούσια, διότι η έννοια αυτών των ποταμίων νυμφών προήλθε κατευθείαν από την ελληνική μυθολογία.
Ναϊάς>Λατινικά: naias>Γαλλικά: naiade>Αγγλικά: naiad>Ιταλικά: naiade
Ισπανικά: nayade>Γερμανικά: Najade
Oι Νύφες και οι Ναϊάδες επιζούν και σήμερα στις λαϊκές δοξασίες του λαού μας ως «νεραϊδες». Πάλι το όνομά τους παραπέμπει στο νερό. Και αυτές όπως και οι αρχαίες νύμφες ζουν στην φύση στα βουνά και στα λαγκάδια και κυρίως στις βρύσες και σε ποτάμια. Στην λαϊκή μας παράδοση, κάποιος μπορούσε να τις συναντήσει, κυρίως το βράδυ συνήθως στις όχθες των ποταμών.
Δεν δίσταζαν μάλιστα να συνευρεθούν και ερωτικώς με τους θνητούς, όπως ακριβώς έκαναν και οι αρχαίες νύμφες. Η συνάντηση όμως με μια νεράϊδα μπορεί να αποβεί και μοιραία αφού υπάρχουν πολλές διηγήσεις και δοξασίες στους λαϊκούς μύθους για νεραϊδοπαρμένους ανθρώπους. Πολλοί οι οποίοι παρακολούθησαν τον χορό τους κατά την νύχτα, δεν άντεξαν, τους μίλησαν και έχασαν για πάντα την φωνή τους ή το μυαλό τους. Ένα κοινό στοιχείο με τις αρχαίες νύμφες είναι η αγάπη τους προς τον χορό.
Είναι σαφής λοιπόν η ομοιότητα μεταξύ των νεότερων νεραϊδών και των αρχαίων νυμφών και ναϊάδων. Και πως να μην είναι έτσι τα πράγματα άλλωστε, αφού ο λαός μας είναι ο ίδιος λαός με τις ίδιες δοξασίες και τα ίδια πιστεύω από την αρχαιότητα ως σήμερα. Κάποια πράγματα απλώς αλλάζουν ονόματα ή παραλάσσονται οι ιδιότητες τους μέσα στον χρόνο, στην ουσία όμως παραμένουν τα ίδια.
Previous Post Next Post

You Might Also Like